Σε συνέχεια λοιπόν όπως έγραψα, βρήκα απο το βιβλίο του Νίκου Υφαντή την ιστορία για το χωριό και σας τη μεταφέρω αυτούσια..
«Αποφράδα μέρα – Το Κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς (9 Ιουνίου 1944)»
Δεν έφτανε το δράμα της κατοχής, η πείνα, η φτώχεια, ο μαρασμός και ο φόβος για το αύριο, ήρθε και η πυρπόληση του χωριού που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα.
Ήταν Αύγουστος του 1943, όταν οι κάτοικοι αλώνιζαν το λιγοστό σιτάρι, που ήρθαν για πρώτη φορά οι Γερμανοί στο χωριό.
Όλοι πια γνωρίζουμε πόσο σκληροί και αδίστακτοι ήταν.
Φόβος και τρόμος κυριαρχούσε.
Δεν έμειναν καθόλου στο χωριό. Περαστικοί ήταν και προχώρησαν προς την Αλβανία.
Το κακό όμως δεν άργησε.
Λίγους μήνες αργότερα στις 9 Ιουνίου 1944, αλησμόνητη μέρα, οι αντάρτες χτύπησαν τους Γερμανούς.
Η αφορμή δόθηκε.
Το ίδιο έκαναν παντού οι Γερμανοί.
Για μια ντουφεκιά έκαιγαν ένα ολόκληρο χωριό, σκότωναν και έπαιρναν ομήρους. Ούτε το Σταυροσκιάδι σώθηκε από τη θηριωδία τους.
Θεωρώντας υπεύθυνους τους Σταυροσκιαδίτες, περικύκλωσαν το χωριό, φωνάζοντας και χτυπώντας έβγαλαν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στο σπίτι του Θανάση Μήχου.
Προφανής ο σκοπός τους, να τους κάψουν ζωντανούς.
Πριν προχωρήσουν στο έγκλημά άρπαξαν από τα κατόγια μικρά και μεγάλα ζώα (1200 μικρά και 120 μεγάλα) και μετά έβαλαν φωτιά στα σπίτια.
Δαίμονες της κόλασης περιέρχονταν στα σπίτια και σαδιστικά τα περιέβρεχαν με πετρέλαιο και γίνονταν σε λίγη ώρα παρανάλωμα του πυρός. Σωστή κόλαση.
Πενήντα έξι σπίτια αποτεφρώθηκαν. Ο ουρανός σκοτείνιασε.
Γέμισε καπνούς και αποκαΐδια.
Σε ελάχιστο χρόνο η ζωή των κατοίκων καταστράφηκε. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Ντουβάρια καμένα και σοκάκια γεμάτα στάχτες και σωρούς από καπνισμένες πέτρες. Σώθηκε το Σταυροσκιάδι από τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς και δεν γλίτωσε από τη βαρβαρότητα των Γερμανών.
Είναι γνωστή η τακτική που εφάρμοζαν οι Γερμανοναζί. Όπου συναντούσαν αντίσταση από τους αντάρτες, για εκδίκηση έβαζαν φωτιά στο πιο κοντινό χωριό. Αν ένας Γερμανός έχανε τη ζωή του πενήντα έπαιρναν και τους εκτελούσαν.
Οι κάτοικοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που τους είχαν συγκεντρώσει στο σπίτι του Θανάση Μήχου, περίμεναν το τέλος τους. Γνώριζαν τη βαρβαρότητα των Γερμανών και στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, άφωνοι και αδύναμοι να αντιδράσουν, με ολάνοιχτα τα μάτια και δέος την ψυχή τους, ανέμεναν το μοιραίο. Για καλή τους όμως τύχη σώθηκαν.
Την ώρα που οι Γερμανοί ήταν έτοιμοι να βάλουν φωτιά στο σπίτι ήρθε ένας Αυστριακός αξιωματικός και με άγριες διαθέσεις τους διέταξε να μπουν στη γραμμή και τους οδήγησε στο χαγιάτι της εκκλησίας.
Απέναντι σε μικρή απόσταση είχαν στήσει τα μυδράλια έτοιμα για την εκτέλεση. Την ίδια ώρα κατέφθασε ένας ανώτατος αξιωματικός με τη συνοδεία και άλλων αξιωματικών καβάλα στα άλογα και έκαναν βόλτες μπροστά από τους συγκεντρωμένους κατοίκους.
Η τύχη τους κρεμόταν από μια κλωστή.
Ο συγχωριανός Σωκράτης Παππάς γνώριζε λίγα γερμανικά και πήρε το θάρρος να τους μιλήσει. Τους είπε ότι οι αντάρτες που τους χτύπησαν δεν ήταν από το χωριό. Περαστικοί ήταν.
Κανένας χωριανός δεν συμμετείχε.
Οι Γερμανοί βλέποντας ότι όλοι οι άντρες του χωριού βρίσκονταν εκεί σταμάτησαν την εκτέλεση. Σώθηκαν οι κάτοικοι.
Τους έβαλαν στη γραμμή και ξεκίνησαν για τη Πωγωνιανή.
Όταν η φάλαγγα έφτασε στον Άγιο Αθανάσιο, αντίκρισαν πίσω τους φωτιές και καπνούς. Τα σπίτια καίγονταν…